Δευτέρα, 30 Απριλίου 2007

O ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Δεν είναι ολα πλακα. Να με συγχωρήσετε ε;


Η ζωή είναι γεμάτη μεγάλες χαρές και υπέροχες στιγμές που δεν εκτιμάμε όσο θα έπρεπε. Με τόσους πολλούς εφιάλτες να παραμονεύουν στο σκοτάδι ίσως θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε κάπως την άποψή μας για τις μικρές και ασήμαντες, όπως τις ονομάζουμε , απολαύσεις , οι οποίες στην πραγματικότητα είναι η ίδια η ζωή.

Εχθές ονειρεύτηκα μετά από αρκετά χρόνια «απραξίας». Αναρωτήθηκα αρκετά αν θα έπρεπε να γράψω όσα είδα. Και αν θα κατάφερνα να μεταφέρω τις εικόνες στο χαρτί όπως ακριβώς θα έπρεπε. Γιατί έστω και αν υπάρχει ακόμα μία κάστα μυημένων που αναγνωρίζει τη σύνδεση του ανθρώπου μέσω των ονείρων με κόσμους αλλιώτικους, πολύ μακρινούς αλλά και τόσο κοντινούς, αρχαίους αλλά και μελλοντικούς, ο σύγχρονος τρόπος ζωής έχει αποξενώσει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας από την πραγματική έννοια του κόσμου των ονείρων. Αυτό ίσως να είναι και ευλογία, καθώς κάποια σκοτεινά μυστικά είναι καλύτερα να τα σκεπάζει η σκόνη του χρόνου και της λησμονιάς. Υπάρχουν τόποι και οντότητες που αν έβγαιναν στο συνειδητό επίπεδο της σκέψης μας κάθε έννοια λογικής και τάξης θα γκρεμιζόταν σε ένα πανδαιμόνιο ουρλιαχτών καθώς ένας παράφρων τρόμος θα κατασπάραζε τις σάρκες της ανθρωπότητας.

Όμως αφού μου ζητήθηκε θα μιλήσω.


Είναι μια όμορφη , ηλιόλουστη μέρα. Στην παιδική χαρά ένα μελίσσι πιτσιρίκια ξεφωνίζει ευτυχισμένα παίζοντας. Στο γρασίδι του πάρκου και στα φρεσκοβαμμένα παγκάκια οι γονείς κοιτούν χαμογελαστοί, και ίσως με κάποια ζήλια το ανέμελο παιγνίδι των μικρών τους. Πολλοί συμμετέχουν κιόλας με γέλια και φωνές, προσπαθώντας και κάπου-κάπου καταφέρνοντας να νιώσουν κι αυτοί λίγο παιδιά. Στην τσουλήθρα ένα τρισευτυχισμένο ξανθό κοριτσάκι γλιστράει τσιρίζοντας και γελώντας προς την αγκαλιά της μητέρας της που την περιμένει στην άκρη , χαμογελώντας κι αυτή. Ένας μπόμπιρας χτίζει με το κουβαδάκι του ολόκληρες πολιτείες με άμμο. Περισσότερο υπάρχουν στην φαντασία του αλλά τι μ’ αυτό; Δεν έχει και η φαντασία των παιδιών την δική της πραγματικότητα; Δύο άλλα πιτσιρίκια κυνηγιούνται ακούραστα, τρέχοντας γύρω-γύρω στα παιγνίδια και τα δέντρα ενώ οι μεγάλοι δίπλα τους με μια έκφραση χαράς, στοργής αλλά και αμυδρής ανησυχίας τα παρακολουθούν. Η μικρή ξανθούλα βαρέθηκε την τσουλήθρα και τώρα έχει βαλθεί να τρέχει άσκοπα κι αυτή σε ένα ξέσπασμα απόλυτης ευτυχίας. Είναι τόση η χαρά και η αθωότητα που ξεχειλίζει από την εικόνα , και τόσο μεταδοτική, που δεν μπορείς παρά να κοντοσταθείς και να χαμογελάσεις, βλέποντας αυτή την πολύβουη, χαρούμενη συντροφιά. Δύο αγοράκια παίζουν καθισμένα στην άμμο, με απόλυτη σοβαρότητα, ενώ από πάνω τους χαμογελούν οι γονείς τους. Τα μονόζυγα, οι τραμπάλες, οι τσουλήθρες, όλα σφύζουν από ζωή και κίνηση, και τα χαρούμενα γέλια των παιδιών κάνουν ακόμα πιο λαμπερή τη μέρα , πιο φωτεινό τον ήλιο, πιο ευωδιαστό τον αέρα. Πρόκειται για μια στιγμή απόλυτης χαράς και ευδαιμονίας.

Και τότε ακούγεται ο πάταγος και όλα παγώνουν. Ο χρόνος λες σταματά μαζί με τα γέλια και συννεφιασμένα πρόσωπα στρέφονται προς την κατεύθυνση του θορύβου. Η γη τρέμει, ο αέρας γίνεται πνιγηρός, ο ορίζοντας θολώνει. Οι γονείς τρέχουν και παίρνουν τα σαστισμένα και τρομαγμένα παιδιά στις αγκαλιές τους, λίγο πριν συνειδητοποιήσουν τι πραγματικά έχει συμβεί και παγώσουν από τρόμο και ανήμπορο θυμό. Η ζέστη γίνεται αφόρητη, έρχεται κατά κύματα και ο ουρανός σκοτεινιάζει. Η μητέρα της ξανθιάς κοπελίτσας σε μια αρχέγονη, όσο και μάταια χειρονομία προστασίας την κλείνει στην αγκαλιά της, ενώ με ορθάνοιχτα, βουρκωμένα μάτια αντικρίζει τη φρίκη που έρχεται καλπάζοντας πάνω σε κύματα φωτιάς. Και σε δευτερόλεπτα η πύρινη κόλαση θα περάσει πάνω από το πάρκο, καίγοντας, ξεραίνοντας, τινάζοντας τα πάντα στον αέρα. Το τέλος είναι απόλυτο, ολοκληρωτικό και άμεσο. Σφιχταγκαλιασμένα κορμιά πετρώνουν, καίγονται, θρυμματίζονται, διαλύονται σε σκόνη. Και μόνο αυτή, η γκρίζα λεπτή σκόνη έχει απομείνει μετά το πέρασμα της απόλυτης τρέλας. Που κράτησε μόλις λίγα δευτερόλεπτα. Σκόνη που καπνίζει. Ερημιά. Θάνατος. Καταστροφή.

Στην παραλία τα κύματα σκάνε απαλά πάνω στη ζεστή άμμο. Χαρούμενες φωνές και πλατσουρίσματα φανερώνουν την παρουσία μιας μεγάλης παρέας νεαρών που γιορτάζει με το δικό της τρόπο την είσοδο του καλοκαιριού. Αγόρια και κορίτσια έχουν παραδοθεί στη μαγεία του νερού, του ήλιου, της ξεγνοιασιάς, της νιότης. Πειράγματα, γέλια και συναγωνισμοί και στο επίκεντρο η ζωή που μόλις ξεκινάει. Το ζευγαράκι πάνω στο βράχο έχει καταφέρει να ξεφύγει απ’ όλους και όλα και αγναντεύει την γραμμή του ορίζοντα , πέρα από τη θάλασσα, ζώντας στη ζεστασιά του έρωτά του. Λίγο πιο πέρα δύο νεαροί παίζουν με δύο κοπελιές το πανάρχαιο παιγνίδι της προσέλκυσης του θηλυκού από το αρσενικό με πειράγματα, φωνές και αστεία. Ο θαρραλέος (ή ο φιγουρατζής; ) της παρέας κάνει μια επικίνδυνη βουτιά από το χείλος του ψηλού βράχου κάτω από τρομαγμένα επιφωνήματα αλλά και ζητωκραυγές. Τινάζεται μέσα από το νερό και γυρίζει προς τους υπόλοιπους για να απολαύσει τον θρίαμβό του στην έκφραση των προσώπων τους.

Είναι ο μόνος που δεν θα δει τον μαύρο καβαλάρη πάνω στο χλωμό άλογο να έρχεται καλπάζοντας πάνω σε μια πύρινη θάλασσα. Θα δει πρόσωπα χλωμά , πανιασμένα από τη φρίκη και θα μυρίσει φευγαλέα θειάφι και καπνό. Αμέσως μετά το δροσερό νερό θα μετατραπεί σε ένα καμίνι φωτιάς , η άμμος στροβιλίζεται, καίγεται, γίνεται γυαλί και μετά ξανά σκόνη, οι βράχοι κομματιάζονται, ο χρόνος σταματά , η ζωή ουρλιάζει για μια στιγμή φρικαλέα και το νήμα της κόβεται μέσα σε μια καταιγίδα φωτιάς, αίματος και παραφροσύνης. Το τέλος. Καταστροφή.

Μπορεί να είναι καλοκαίρι , η αγορά όμως σφύζει από ζωή και κόσμο. Οι καφετέριες και τα υπαίθρια μπαρ είναι γεμάτα και στα πεζοδρόμια οι άνθρωποι με τσάντες από ψώνια στα χέρια σταματούν που και που να ρίξουν κάποια ματιά στις βιτρίνες και μετά συνεχίζουν την νωχελική βόλτα τους κάτω από τον λαμπρό ήλιο. Ζευγάρια νεαρών κυκλοφορούν αγκαλιασμένα αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους, ηλικιωμένοι απολαμβάνουν τον καφέ τους σχολιάζοντας τα πάντα, ενώ τα παιδιά σέρνουν τους γονείς τους προς κάθε κατάστημα παιγνιδιών που θα βρεθεί στο δρόμο τους ή απλά απολαμβάνουν ένα παγωτό , κάποιο γλυκό ή το παιγνίδι τους. Οι άνθρωποι έχουν δραπετεύσει από την καθημερινή τους ρουτίνα και απολαμβάνουν μια «περιπέτεια» στους δρόμους της πόλης, ζώντας στιγμές που μυρίζουν ζωή, χαρά , απόλαυση. Από το μυαλό κανενός δεν περνάει ο θάνατος.

Όμως ο θάνατος ταξιδεύει γρήγορα. Η εκτυφλωτική του λάμψη και το υπόκωφο μούγκρισμα θα στρέψει χιλιάδες ζευγάρια μάτια προς τον ουρανό. Ο ουράνιος θόλος θα σκιστεί και η δαιμονική φλόγα θα σαρώσει στο διάβα της τα πάντα. Ο μόχθος , η κούραση, ο έρωτας, η χαρά , το παιγνίδι, γίνονται άδειες, κούφιες λέξεις χωρίς νόημα και σημασία. Όλα σβήνουν μέσα σε μια κόλαση στιγμιαίας φρίκης. Και μένει και πάλι η γνωστή γκρίζα σκόνη, που έχει καλύψει τα πάντα , που ΕΙΝΑΙ τα πάντα, να αιωρείται πάνω από ένα μουντό τίποτα. Καταστροφή.

Ο δαίμονας της φωτιάς είναι αχόρταγος. Κάθε θύμα του απλώς μεγαλώνει την ψυχρή του πείνα. Δεν θα σταματήσει μέχρι τα πάντα πάνω στον πλανήτη να γίνουν σκόνη. Μόνο αν κάποιος καταφέρει να δει το πρόσωπό του, να τον αντιμετωπίσει και να τον προκαλέσει κατά πρόσωπο, θα τον σταματήσει. Αλλά ποιος θα σταθεί απέναντι στον άγνωστο θάνατο που προελαύνει;

Η μητέρα και ο πατέρας σμίγουν τα χαμογελαστά τους πρόσωπα πάνω από το νεογέννητο αγγελούδι τους που μόλις τους έφερε στο δωμάτιο η νοσοκόμα , που τους παρακολουθεί συγκινημένη και χαμογελαστή. Μια νέα ζωή γεννιέται. Ελπίδα.

Όμως ο πύρινος τρόμος θα φτάσει κι εδώ. Ανήμποροι να αντιδράσουν παγωμένοι και απελπισμένοι θα τον δουν να καταφθάνει, θρυμματίζοντας και διαλύοντας τα πάντα. Θα περάσει σαν δαιμονική κατάρα μέσα από τους τοίχους και τα παράθυρα, θα πάρει τη ζωή , την ανάσα, τη χαρά, θα τα κομματιάσει. Θα σβήσει την ελπίδα μέσα στο παρανοϊκό, κολασμένο του γέλιο. Καταστροφή.

Μια νέα ζωή αρχίζει για το ζευγάρι που μόλις βγήκε από την εκκλησία. Φίλοι και συγγενείς τους τριγυρίζουν χαρούμενα, τους εύχονται και τους ραίνουν με ρύζι και ροδοπέταλα. Ο γαμπρός αγκαλιάζει τη νύφη και τη φιλάει. Τα πρόσωπά του αστράφτουν από χαρά, ατενίζοντας το μέλλον. Μέλλον.

Και τότε η καυτή πνοή της κόλασης θα χιμήξει μανιασμένη επάνω στο πλήθος. Κεφάλια θα στραφούν, μάτια θα γουρλώσουν , μια κραυγή θα αρχίσει να ξεφεύγει από κάποια χείλη. Όμως και αυτή θα μείνει μισοτελειωμένη καθώς η αποσύνθεση και ο θάνατος έρχονται ουρλιάζοντας μανιασμένα. Και πνίγεται σε μια κόλαση καυτού αέρα και πυρκαγιάς και σκόνης η κραυγή που προσπάθησε να βγάλει το μέλλον. Καταστροφή.

Στην βεράντα ενός αγροτόσπιτου, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι παρακολουθεί τη μέρα να περνά. Ο άντρας κρατάει το χέρι της γυναίκας στα δικά του με όλη τη στοργή και την τρυφερότητα που προσδίδουν πενήντα χρόνια κοινής ζωής. Ο ήλιος, ίδιος και απαράλλακτος αυτά τα πενήντα χρόνια , ακολουθεί την προκαθορισμένη του πορεία στο στερέωμα. Πόσες και πόσες φορές δεν τον έχουν παρακολουθήσει μαζί, έτσι καθισμένοι στη βεράντα τους, να έρχεται και να φεύγει, παίρνοντας μαζί μέρες της ζωής τους και αφήνοντας τις αναμνήσεις της.

Μέσα σε τόσα χρόνια δεν χρειάζονται πια τα λόγια για να καταλάβουν ο ένας τον άλλον. Κατάλαβαν αυτό που ερχόταν πριν νιώσουν τη γη να τρέμει, τον αέρα να καίγεται , πριν μυρίσουν τη φωτιά που κάλπαζε, πριν δουν οτιδήποτε. Το ένιωσαν στα γέρικα, κουρασμένα τους κόκαλα , και στις αδύνατες πια καρδιές που όμως τις φλόγιζε και τις θέρμαινε πάντα η ίδια , παλιά αγάπη. Ο άνδρας έφερε το χέρι της γυναίκας στα χείλη του και έπειτα την πήρε στην αγκαλιά του. Έτσι αγκαλιασμένοι περίμεναν τον τρόμο να φτάσει.

Το ιδανικό θα ήταν να τους βρει νεκρούς το κτήνος που άφριζε και λυσσομανούσε, που έκαιγε και κατέστρεφε, αλλά αυτή δεν είναι μια ιδανική ιστορία, αλλά ένας εφιάλτης. Δεν ξέρω αν κατάφεραν να μείνουν γαλήνιοι σαν είδαν τη φρίκη καταπρόσωπο αλλά το εύχομαι και θα ήθελα να το πιστέψω. Όταν η λύσσα του δαίμονα καταλάγιασε, εκεί που είχε χτιστεί και ανθίσει μια ζωή δεν υπήρχε ούτε η ανάμνησή της. Καταστροφή.

Ξέρω ότι σκέφτεστε ότι είχα ήδη δει πολλά. Ότι ίσως θα έπρεπε να έχω ξυπνήσει αντί να αιωρούμαι ακόμα βλέποντας όλη αυτή τη φρίκη από ψηλά. Ή ίσως να αναρωτιέστε πως γλίτωσα εγώ από το δαίμονα και δεν με άγγιξε στο πέρασμά του, δεν με σύνθλιψε η καυτή του ανάσα. Δεν ξέρω αν έχει σημασία πραγματικά η απάντηση. Ίσως απλά να φτάνει η προειδοποίηση για όσους την έλαβαν. Ίσως η δική μου γνώση για το ποιος ξύπνησε το πύρινο βδέλυγμα και το εξαπέλυσε πάνω στους ανθρώπους να μην χρειάζεται καν.

Δεν έχω ξυπνήσει γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ. Και γιατί δεν ονειρεύομαι. Δεν μπορώ να ονειρευτώ , το ξέρω. Όπως ξέρω ότι σε λίγο θα είμαι κι εγώ ένα μανιτάρι καπνού και φωτιάς εκεί κάτω μαζί με τα αδέρφια μου που έφυγαν πριν από μένα.

Γιατί είμαι η φωτιά. Η καταστροφή. Δεν είμαι όμως ο δαίμονας. Για να δείτε τον δαίμονα χρειάζεστε έναν καθρέφτη….

Κυριακή, 29 Απριλίου 2007

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ (Δ. Ψωλομου)

Στων ΙΕΚ την ολομαυρη ράχη
περπατώντας μια λίρα μονάχη
μελετά τα νεκρά τα ευρώ
που χα δώσει τη γνώση να βρώ
μα αυτά ,ω,τι κρίμα χαθήκαν
και σε τσέπες μεγάλων πνιγήκαν
που τα χώσανε τόσο βαθιά
που κανένας δεν τ' ακουσε πιά
Φοιτητής αμα θελεις να γίνεις
στα ΙΕΚ μια δεκάρα μη δίνεις
είναι ψεύτες τρανοί και λαμόγια
σαν τις γάτες που βλέπω σε υπόγεια
προσπαθούν μες την τσέπη να μπούνε
καθενός μαθητή που θα βρούνε
τα ευρώ να του φάνε ζητάνε
κι απο γνώσεις αρχίδια πουλάνε
Ρε λαμόγια αλήτες τομάρια
που μου πρήξατε πια τα παπάρια
θα 'ρθει ώρα κι εγώ να σας βρώ
και δυο λογια γλυκά να σας πω...


Ερχομαι λαμογιαααααααααααααααααα

Σάββατο, 28 Απριλίου 2007

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ (Τίγρεως Μπολσόι)


ΥΠΟΤΙΤΛΟΣ
ΓΑΜΙΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΙΕΚ ΣΗΜΕΡΑ ΛΕΜΕ...

Ξημέρωσε και ανοιξες τα ματάκια σου τα μπιρμπιλικα και τα τσαχπινογαργαλιάρικα... Εξω σκούζουνε οι τζιτζίκοι, διάλος τον πατέρα τους μεσημεριάτικα... Ε , ξενυχτήσαμε το λιγο παραπάνω μας εχθές, κοιμηθήκαμε και το λίγο παραπάνω μας σήμερις... Ετσι ειναι αυτά τα πράγματα και όποιος δε γουστάρει τη φάκα του και σε άλλη ποντικότρυπα. Ποναει και η κεφάλα, ροχαλίζει από το δίπλα δωμάτιο και ο βρυκόλακας , αστα να πανε, πάλι ανοικτο αφησε το καπάκι του φερετρου, δε δουλεύει ο εκοντισιος παλι φαινεται.
Ωρα για καφέ. Σηκω. Σήκω λεω ρε τρομπα να φτιασεις καφέ.
Σηκώνεσαι στο ένα πόδι και το ξανασκέφτεσαι, είναι και μακριά η αθλια κουζίνα. Κοιτα αδερφέ μου που είναι ένας υπηρέτης όταν τον χρειάζεσαι;
Ξανακάθεσαι και αράζεις, ωραία ειναι στο κρεβάτι, μακάρι όλη μας τη ζωή να κοπροσκυλιάζαμε έτσι.
Αντε και το αποφασιζεις. Σηκώνεσαι αλλά φτάνεις δυο βήματα πιο πέρα και τι ανακαλύπτεις; Το κρεβάτι είναι ακόμα πιο κοντά απο την κουζίνα οπότε ας πέσουμε... εδώ θα ειναι ο καφές δεν φεύγει (ενώ ο ύπνος;;; )

Είναι μεγάλοι μαλάκες στην Ελλαδα σου το υπογράφω. Και μη κανεις τη μαλακία νέε μου να πας να σπουδάσεις σε ΙΕΚ εαν σκοπός σου δεν είναι απλά η αναβολή ή να κοροϊδέψεις τους γονείς σου και τον περίγυρο για κανα δυο χρονάκια...
Εγγυημένα πραματα σου λεω. Το χαρτί που δίνουνε είναι για τον πέουλα και δεν αξίζει μία. Μόνο που θα στο πούνε ένα μήνα πριν τελειώσεις και αφού έχεις ακουμπήσει καμιά δεκαρούμπα χιλιαδούλες... Κλέφτες με την ανοχή και την υποστήριξη των αρμοδιων υπουργείων... Και ενω εσύ εχεις παει να παρεις ενα χαρτακι να κανεις τη δουλεια σου στην καλύτερη θα βγει κανας αρχιδης μπουλουκος και θα σου πει ότι "ξερεις σου ειπα ψεμματα, τα τρια μου θα παρεις" (πιο ευγενικά) ή θα πας να πιασεις δουλειά, θα δούνε το χαρτί σου και θα γελαει το σύμπαν...

Γραφτε τα ΙΕΚ στ' αρχιδια σας. Ή τραβατε να δουλέψετε ή πηγαίντε σε μια σοβαρή σχολή...

Παραμιλάω σήμερα

Ε,και;

Οτι θέλω θα κανω.

Το κοβω και παω να φτιαξω καφέ γιατι τσαντιστηκα.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2007

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ' ΑΣΤΡΑ (και τα βρισκει λειψα)

Πέθανε η έμπνευσή μου ένα βράδυ του Απρίλη
και τη θάψαμε και ήρθαν όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι
τι κι αν είσαι ο πρώτος κάφρος , χουλιγκαν περιωπής
αμα η έμπνευση πεθάνει άντε άλλη για να βρείς
την κενή σου τη σελίδα την κοιτάς καλά - καλά
τι ωραία που ήταν τότε που δουλεύαν τα μυαλά
και πετούσες κανα στίχο να γελάν τα φιλαράκια
όμως τώρα πια σε βλέπω να σε κλαίνε τα ψαράκια
γράφε ρε παλιοψωριάρη μη μας πάρουνε χαμπάρι
ότι η έμπνευσή σου πάει και στον άδη περπατάει
ρε Βρασίδα κακομοίρη τι σου έμελλε να πάθεις
κει που έγραφες στιχάκια τώρα πάρε για να μάθεις
τι κι αν ήσουνα Καβάφης, τι κι αν ήσουν Παλαμάς
τώρα και εσύ θα μάθεις πόσο κάνει ο ταραμάς
τέρμα πια τα μεγαλεία, τα κεράσματα , τα δώρα
το ρεζίλι σου θα μάθει δυστυχώς όλη η χώρα
όλη η χώρα των Ελλήνων που έβγαλε Αριστοτέλη
και πληρώνει στο δημόσιο κερατιάτικα για τέλη
θα σε βλέπει και κουνώντας το κεφάλι της θα λέει
ήταν κάποτε ένας Ρίτσος, όμως πιά δεν επιπλέει
χάθηκε κι αυτό το Νόμπελ που θα ήτανε μια λύση
με τυρί να μας μπουκώσει, με πιοτί να μας ποτίσει
τι θα κάνουμε Βρασίδα , που θα πάμε να κρυφτούμε
πως θα ζήσουμε από τώρα, πως στο δρόμο να φανούμε;
Γιναμε κι οι δυό ρεζίλι και των σκύλων κωμωδία
κοιταξε που μας δουλεύουν και δυο γάτοι στη γωνία
Ω, Δημόσθενες , γαμίδια έχασα την έμπνευσή μου
έγινε σκατά να φάμε η τρανή η ποίησή μου
και ενώ εγραφα τα έπη, Βιργιλίου και Ομήρου
τώρα έχω καταντήσει σούργελο του περιγύρου
τέρμα οι τρανές Ιλιάδες, οι Οδύσσειες οι λαμπρές
το πολύ πολύ να γράφω σημειώσεις τραγικές
όπως "πάρε δυο αχλάδια και καμπόσα μανταρίνια
λίγο λάδι , λίγο ξύδι και τα ρέστα δρακουλίνια"

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2007

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Γιατί οι 300 του Λεωνίδα φοράγανε κράνη;

Γιατί στις Θερμοπύλες έχουνε πάντα μπλόκο οι κωλομπατσοι...

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2007

OI AΘΛΙΟΙ (Βίκτωρος Μουγκώ)

Η ζωή είναι ωραία. Το είπε και ενας φίλος μου λίγο πριν αυτοκτονήσει ακούγοντας επί τρείς ώρες δηλώσεις του Ρουσσόπουλου. Ήταν ένα χαρούμενο παιδί και στην φωτιά της πυράς του με χαρά ψήσαμε μπριζόλες , λουκάνικα και λοιπά κρεατικά. Καλά περάσαμε.
Η ζωή είναι ωραία. Σηκώνεσαι χαράματα από το κρεβάτι σου και με ενα δροσερό μπινελίκωμα στο γαμημένο ξυπνητήρι, πλένεσαι (αν θες), ντύνεσαι (αν θες), πίνεις το καφεδάκι σου (αν προλαβαίνεις), και με χαρά και ευεξία ξεκινάς για τη δουλειά σου (θες δε θες). Στο δρόμο ξημερώματα κυκλοφορούν μόνο μαλάκες (εκτός από σενα φυσικά που είσαι απ' ευθείας μετενσάρκωση του Αϋρτον Σένα). Με δροσερά και χαρωπά επίθετα σεξουαλικής προελεύσεως τους στολίζεις και σε στολίζουν για να φτάσεις χαρωπός στη δουλειά σου με μερικά παράσημα παραπάνω.
Η ζωή γίνεται ακόμα πιο ωραία εκεί. Οκτώ ώρες στην καλύτερη περίπτωση, και πως τυχαίνει γαμώτο και σαν συναδέλφους έχεις τους κορυφαίους αυνάνες που έχει αναδείξει αυτή η χώρα, με πρωτοστάτη το μεγάλο αφεντικό, που διάλος τον πατέρα του (πάλι). Αφού πήξεις και καταραστείς τους πάντες μέχρι πέμπτη γενεά φτάνει η θρυλική ώρα της αποχώρησης. Χτυπάς χαρωπά την γαμωκάρτα σου στο χαρωπό γαμωρολόι , χαιρετάς χαρωπά τον καραμαλάκα θυρωρό και τους γαμωσυναδέρφους σου και ξεκουμπίζεσαι με μέση ωριαία ταχύτητα ν , όπου ν=θ*μ (θ= θέλω να παω με χίλια, μ= πάλι οι πρωϊνοί μαλάκες πήξανε το δρόμο και δεν κουνάει τίποτα).
Εφτά ώρες μετά είσαι στη γλυκιά θαλπωρή του σπιτιού σου 15 χιλιόμετρα μακρύτερα. Καλα μαλάκας είναι ο κοσμος ρε; Που πανε με τα αμάξια όλοι, και ΠΑΝΤΑ τις ώρες που εσύ έχεις να κάνεις δρομολόγιο; (είπαμε ο εαυτός σου εξαιρείται ως μέλλων σωτήρας της ανθρωπότητας)

Στο σπίτι σε περιμένει το ζεστό (ήταν πριν έξι ώρες) φαγητό και πενήντα τηλεφωνήματα του κάθε παπάρα που θεωρεί υποχρέωσή του να σου υπενθυμίσει ότι πέρασε υπέροχα σήμερα το πρωί (στα στολίδια μου κι εμένα). Ράκος από την κούραση και με πάρκινσον από τα νεύρα πέφτεις να κοιμηθείς γιατί αύριο ξεκινάει άλλη μια υπέροχη μέρα...

Είπαμε...

Η ζωή είναι ωραία....


Αρκεί να είσαι μαλακας.

Τρίτη, 17 Απριλίου 2007

ΟΝΕΙΡΟ (ΣΧΕΔΟΝ) ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΚΤΟΣ


Φαντασου να ειναι καλοκαιρι. Και να μην εχεις δουλεια. Να εχεις χρήμα και ενα δωμάτιο σε ξενοδοχείο άλφα άλφα με τις πισίνες και τα συμπράγκαλά του... Διπλα στην παραλία , το κύμα να σκάει , και ταλιμπαν, και ταλιμπάν, τύφλα να χει ο Ωνάσης με την Τζάκι του. Χαλαράουα αραχτός στη βεράντα να μαζεύεις ήλιο και να σκέφτεσαι που θα πιεις τον γκαϊβέ με τις πενηνταδύο ζάχαρες, να εχει και παραλία μπανιστηράτη κοντά να ρίξεις και τα μακροβούτια σου μετά, καίει ο τσιγάρας στο τασάκι, λιώνουνε τα παγάκια στον γκαϊβέ περνάει πασαρέλα από κάτω το γυναικομάνι, κάπως έτσι δεν είναι ο παράδεισος αδερφέ μου;
Το απογιοματάκι τσαρκα για απογιοματινό καφέ , φαγάκι σε ταβερνάκι ψαράδικο και μια ζωή την έχουμε ,κάντε τη κομμάτια , αχου πως με σφάξανε τα δυό της μαύρα μάτια που θα έλεγε και λαϊκός αοιδός στο ψι χιλιόμετρο της εθνικής οδού σε νταλκαδιασμένους αγροτονταλικιέρηδες.... Και μάσα , ξάπλα , και ραχάτι και ας τα κλαίει ο που τά'χει...

Και ανοίγεις το μάτι και σε στραβοκοιτάει ο αφεντικός, διάλος τον πατέρα του δεν εχει καλύτερη δουλειά να κάνει, και μουγκριζουνε οι μηχανές , και τρέχουνε δήθεν ιδρωμένοι οι "συνάδελφοί" σου (που μόλις έχουνε προλάβει να βγάλουνε την κουκούλα) και σε κοιτάνε υποτιμητικά , "κοίτα αδερφέ μου κάτι ανθρώποι τη σήμερον ημέρα, που ρίχνουνε άμα λάχει τη παραγωγικότητα της χώρας τούτης" , και μαλακίες τοιούτες μπόλικες...


Και σε ρωτάω εγώ ο Βρασίδας...
Γίνεσαι κάφρος μετά ή όχι; Και αμα γίνεις εσύ φταίς;

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2007

To παιδί και το δελφίνι - The boy and the batso

"Κατάλαβες μεγάλε; Η κάθε μία κατίνα καβαλάει ένα αυτοκίνητο αντί για το ενδεδειγμένο αγγούρι και ξεχύνεται ο Χάρος παγανιά στους δρόμους... Χέσε με ρε σου λέω... Σλρρρρρρρπ!!! Καλά γαμάτο καφεδάκι έφτιασε η τύπισσα στο Coffee Time... Να την προτιμήσω άλλη φορά... Λοιπόν όπως σου έλεγα είμαι στον Κηφισσό και... κάτσε ρε, μπάστα μια στιγμή να καβαλήσω το διαχωριστικό στην Πειραιώς γιατί γαμιέται ο Δίας με το κωλοφάναρο... Όχι ρε μην κλείσεις, μπορώ και με το 'να χέρι να 'ουμ... χθεσινοί είμαστε; Ωπα... φτου σου πουστη... ναι πούστης... τιποτα μωρέ κωλομπατσος. ΝΑΙ,ΝΑΙ... ναι ρε φίλε σε είδα, σταματάω... σε είδα ρε ΣΚΑΤΕΑ λέμε...! Έλα αδερφέ; Μισο κύριε μπατσε, μισό... να τελειώσω... Ελα σε κλείνω να ξεμπερδέψω με το μαλάκα και σε ξαναπαίρνω. Ελα γειά..."


- Πως με είπατε κύριε;
- (πάντως όχι κύριο) Τ'είπες;
- Λέω... πως με είπατε; Μαλάκα;
- (κοίτα που μπορεί να τυφλώνει αλλά δεν κουφαίνει κιόλας) όχι ρε παράκουσες...
- Καλώς...
- (τελικά κουφαίνει)
- Παρακαλώ;
- Ευχαριστώ (να φορέσω την κουκούλα να με αφήσει; )
- Εεεε...τέλος πάντων... την άδεια κυκλοφορίας σας
- (μήπως προτιμάς τα τρία μας; ) ορίστε...
- Γιατί μουρμουράτε κύριε;
- (γιατί δημιουργεί ατμόσφαιρα στο σεξ) γιατί θέλω... αντικειται στον ΚΟΚ;
- Εεεε... τέλος πάντων... Ταυτότητα έχετε;
- (ποιά απ' όλες θες; ) Συμπτωματικά ναί...
- Μου τη δίνετε;
- (κοίτα να δείς που θα μου ζητήσει και ραντεβού...) Τσίμπα την...
- Ορίστε;
- (Ω,λα,λα) Να την λέω...
- Α, μάλιστα

Χριτς , χρατς... Ξέρει να γραφει ρε... Ανώτατος αξιωματικός θα είναι...

- Που μένετε κύριε;
- (δεν είπα εγώ τυφλώνει; ) το γράφει εκεί μέσα...
- Θέλω να μου πείτε εσείς
- (ξέρει να γραφει , αλλά στην ανάγνωση... τέλος παντων) Βύρωνος Πολύδωρα 23, Ζαρντινιέρες
- Μπορείτε να σταματήσετε να μουρμουράτε;
- Οχι. Έχει πρόστιμο;
- Εεεεε... τέλος πάντων... μιλούσατε στο κινητό σας ενώ οδηγούσατε
- (Σωωωωπα!!!) Α,ναι;
- Ναι... Σας παρακαλώ!
- Σας ευχαριστώ... (πλάκα έχει τούτος)
- Και καβαλήσατε και το διαχωριστικό
- Είναι λόγω καταγωγής κύριε μπάτσε...
- Τι εννοείτε κύριε;
- Είμαι από την Καβάλα ξέρετε...
- Κύριε!
- Έλα παιδί μου;...
- Δεν είμαι παιδί σας κύριε...
- (το ξέρω αυτό είσαι καμιά σαρανταριά κι εγώ σε πουτάνες πηγαίνω καμιά εικοσιπενταετία μόνο)
- Και δε φοράγατε και ζώνη...
- (η μάνα σου επέμενε να τη βγάλω) Έχω και πιτιρύδα όργανο...
- Αστείο κύριε... τι να κάνω τώρα μ' εσάς;
- Να μου πείς τι χρωστάω , να φεύγουμε , γιατί εχουμε και δουλειές
- Κι εγώ τη δουλειά μου κάνω κύριε...
- Το ξέρουνε οι γονείς σου τι δουλειά κάνεις;
- Πως είπατε;
- Τίποτα, λέω πόσα είναι;
- Μμμ... μμμμ ...
- (τι μουρμουράς μωρή σου αρέσει; )
- Θα σας χαρίσω τη ζώνη ... άντε και το κράσπεδο...
- Θα κάνεις τέτοιο πράμα; (μα την πίστης !!!!)
- Ναι... θα σας γράψω μόνο για το κινητό...
- Δε μου το χαρίζεις κι αυτό;
- Εεεε... δε γινεται κύριε... (χαμογελάει)
- Γιατί; (δέ χαμογελάω)
- Εεεε... τώρα...
- Εεεε... μετά....
- Σας παρακαλώ...
- Κι εγώ σας ευχαριστώ αλλά γιατί;
- ...
- Πόσο είναι το μαλλί;
- 33 ευρώ
- Φαρμακείο είσαι αδερφέ μου....
- Σας παρακαλώ αυτά τα καθορίζει ο ΚΟΚ
- Να έρθει να μου το πεί εμένα αυτός ο ΚΟΚ να του ξηγήσω...
- Χοχοχο
- Σου φαίνομαι αστείος όργανο;
- Οχι ,κύριε, όχι...
- (Κακώς είμαι πολύ αστείος)
- Ορίστε κύριε
- Τι θες να σου πω ευχαριστώ;
- Όχι , μπορείτε να υπογράψετε εδώ;
- (ώπα και αυτόγραφο) Δώσε στυλό... 'στω.... Ετοιμος. Έχω και ενα αυτόγραφο του Τσιαντάκη το θές;
- Οχι δεν ... μα.. τι ειναι αυτό;
- Ελα τι είναι παλι;
- Να , υπογράψατε σαν Θεοδόσης Μασταπιάνη... άλλο όνομα γραφει η ταυτότητα...
- Σας τα πιάνει ο Θεοδόσης όργανο; Και τι με νοιάζουν τα σεξουαλικά σας εμένα; Έτσι κι αλλιώς έχουμε πήξει στους πισωγλέντηδες , ένας πάνω ένας κάτω...
- Όχι δεν... καλώς κύριε , μπορείτε να φύγετε, ορίστε η κλήση...
- Δεν θέλω
- Παρακαλώ;
- Ευχαριστώ. Δεν θέλω λεω. Να φύγω. Περνάω καλά εδώ.
- Εεεε...
- Καλά θα φύγω. Θες να ξαναπεράσω μήπως;
- Δεν... δεν χρειάζεται... Καλή σας μέρα
- Εσένα θα ήτανε καλή η μέρα σου αν σε χαράτσωνε ένας τρόμπας 33 ευρά;
- Ας προσέχατε κύριε (μειδίαμα)
- (γιατί πρόσεχε ο πατέρας σου μήπως; ) Βάρεσες καναν συνταξιούχο τελευταία;
- Παρακαλώ;
- Ευχαριστώ.
- ....

Τρίτη, 10 Απριλίου 2007

Bία στις φάκες



Με αφορμή τα γεγονότα της Λαυρίου. Ως κάφρος σεβόμενος τον εαυτό του. Που στα χρόνια του έχει παίξει και πεντε φάπες με τους "απέναντι". Ομως όπως και να το κάνουμε υπήρχε μπέσα, μαγκιά, αντριλίκι. Σεβασμός. Δεν πήγαινες να σκοτώσεις, απλά τα ... "παιδιά" παίζανε. Τότε ήμασταν οι "εγκληματίες" της εποχής.

Βλέπω τους σημερινούς, μετά και τα γεγονότα της Λαυρίου. Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που υπάρχει τέτοιου είδους "ραντεβού". Αλλωστε με την ανοχή των αρχών κλείνονται αυτά. Ούτε και πρόκειται να κάνω καμια κοινωνιολογική ανάλυση. Απλώς μου την έδωσε άσχημα βλέποντας τον κάθε άσχετο να έχει γνώμη, όπως ο καθένας έχει και κωλοτρυπίδα. Και να τη λεει στα παράθυρα και στα φόρα και οι υπόλοιποι αδαείς να κουνάνε το χοντροκέφαλό τους από κάτω "Τςτςτς τι λες ρε παιδάκι μου, γίνονται τοιούται πράξεις εν τη εποχή μας;"

Και ύστερα πάλι οι ίδιες μαλακίες, για τα "παραστρατημένα" παιδιά. Ε, λοιπόν δεν υπάρχει κανένα παραστρατημένο παιδί στην υπόθεση. Ενα τσούρμο μαλάκες, ζώα, ηλίθιοι, ανεγκέφαλοι , γόνοι ανεγκεφάλων και ένας (μόνο δυστυχώς) από αυτούς σκοτώθηκε. Κρίμα που ηταν μονο ένας το ... "παλικάρι" (το οποίο προφανώς ήταν περαστικό από εκεί για να ανταλλάξει ευχές με τους υπόλοιπους)

Αυτό που μου την έδωσε περισσότερο ήταν η "φαεινή ιδέα" γνωστού αρθρογράφου (παλιομαλακα βασικά) να προστεθεί στη λίστα με τα θύματα της Θύρας 7, της αποφράδας μέρας του 1981, το όνομα του κοπρόσκυλου που ψόφησε στη μάχη με τα υπόλοιπα κοπρόσκυλα... Ε, όχι ρε μαλάκα. Ξαναβάλε το ταψί με το μουσακά στο κεφάλι,και τράβα κατα Καπερναούμ να ησυχάσουμε κι εμείς. Κωλοδημοσιοκάφροι, ελεεινοί καριόληδες , ηθικοί εκφραστές της βίας και του θανάτου. Κι εσείς δειλά τομάρια κωλόμπατσοι παλιοκερατάδες, μόνο με συνταξιούχους και φοιτητές κάνετε τους μάγκες.

Θέλετε λύση ρε μαλάκες κρατικοδίαιτοι; Δεν είναι η λύση να κλείνεις τα γήπεδα. Κλείστε σε ενα κελί δια βίου 50-100 από τα ζώα αυτά να δείς πως κλάνουνε μέντες οι υπόλοιποι. Στειρώστε και τους μαλάκες που ανατρέφουν τέτοια εκτρώματα , αντί να στειρώνετε τα ζώα, ζώα οι ίδιοι, κάντε ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ και όχι μπατσαρία , και όλα θα λυθούν , και δεν θα είναι δια μαγείας.

Αντε, τρόμπα Κωστάκη, πήγαινε σπίτι, κάποιος χαϊδεύει τα βυζιά της Νατάσας. Πολύδωρα, πρόσεχε μαλάκα σου 'ρχεται ζαρντινιέρα...
Ουρτ.

Αντε γαμηθείτε όλοι σας

Δια τον απουσιάζοντα ποντικό
Εγώ.

ΕΡΗΜΙΤΙΚΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Χαιρετώ τον πόντικα ιδιοκτήτη του blog...Σαν καλός ερημίτης αγαπώ τα ποντίκια και μόλις έμαθα για το blog μπήκα για να δω τι παίζει...Καλορίζικο Βρασίδα και προσοχή στις φάκες με τα τυράκια!

Papparazzi Fouskalini

Ο Βρασιδας εχει άκρες κιαραταδες... Εχει μέσα και έξω, έχει κατασκόπους παντού. Και ξέρει τι κανατε σήμερα το βράδυ... Ο κατάσκοπός μου το θρυλικό Μπουρμπι, ήταν εκεί!!!
Οι αποδείξεις. Ιδού κύριε πρόεδρε, κύριοι δικαστές , κύριοι ένορκοι... Ιδού!!!!


Σ' ένα υπόγειο στην πλατεία Αβυσσηνίας
(αφού οι κύριοι πηγαίνουνε στα Κολωνάκια)
Συγκεντρωθήκαν οι βρασίδες μια φορά
(και δυο και τρεις, αλλα δεν το κανουμε βούκινο)
για να σκεφτούν πως θα γλυτώσουν μια για πάντα
(άπαξ και δια παντος γιατι κατεχουμε και την καθαρεύουσα)
απ' του Ηλίθιου τον αιώνιο βραχνά
(να προλάβουμε να φάμε κι εμείς τίποτα)
το σηζητάγανε ημέρες και ημέρες μα τελικά δεν καταλήξαν πουθενά
(μην ξεχνάμε είμεθα Έλληνες ποντικοί)
και είχαν ολοι πια συνηδειτοποιήσει ότι κομπλαρησε η συνέλευση γερά
(γάμα τα με μεγάλα γράμματα και δεν εχουμε και φαί)
τότε πετάγεται ένας νεαρός και λέει
(ήμουν και όμορφος)
βρήκα τη λύση του προβλήματος παιδιά
(και ένα πρόβλημα για τη λύση)
θα πλησιάσουμε την ώρα που κοιμάται
(δηλαδή ότι ώρα θέλουμε)
και θα του δέσουμε κουδούνια στην ουρά
(ξεφτιλααααααααααααα)
κι ολοι φωνάξαν "μπράβο, αυτό είναι , συμφωνούμε"
(αυτό τους έλειπε)
και πέρασε η πρότασή του παμψηφεί
(οχι να το παινευτώ....)
μα ένας γέρος ποντικός τους λέει "δικαίωμα"
(τι θες ρε ραμολί; )
και θέτει την εξής ερώτηση:
(κοίτα να δείς που θα πεί μαλακία)
"Αμα μου λύσετε αυτή την απορία
(ε,ρε κατακαημένο Αλτζχάιμερ, δε θυμάται ποιος ειναι)
τότε δεν θα 'χω αντίρρηση καμμιά
(κωλογερα....)
ποιός από σας τολμάει το γάτο να ζυγώσει
(πως είπατε; )
να του κρεμάσει τα κουδούνια στην ουρά;"
(μας γάμησες γέρο...)
Και από τότε εχουν περάσει χίλια χρόνια
(μαλακίες λεει ο ποιητής , εγώ φυντάνι είμαι)
κι ακόμα ο γάτος τα ποντίκια κυνηγά
(σιγά τον αντρα)
που πα' να πει οτι δε βρέθηκε κανένας
(ολοι χεστες ρε παιδί μου κι εγώ δουλευα εκείνη τη μέρα)
να του περασει τα κουδούνια στην ουρά
(ρε δε με χεζετε....)

Ύμνος είς την φαγοποσίαν


Ο Βρασιδας αφιερώνει εις μπουρμπουλήθραν , θείαν δημιουργόν, αντι "λάμπω", ψυχοφθόρον ψυχοβγάλτην και κανέναν άλλο λοιπό συγγενή


Εις του ρούμπι τα τραπέζια εκαθήσανε με φόρα
και παραγγειλαν πατάτες με μυστήρια συνταγή
όρμηξαν ευθύς στο πιάτο και τους πήρε η κατηφόρα
μόνο η θεία τους κοιτούσε με περίσσια προσοχή
Τα πηρούνια βγάζαν φλόγες και τα πιάτα αστραπές
κι οι πατάτες πήγαν φούντο , πήγαν άκλαυτες κι αυτές
μα δε σκέφτηκαν λιγάκι οι αισχροί οι φαγοπότες
τον καημένο το βρασίδα που στεγνά λιμοκτονεί
και καθαρισαν πατάτες, και τηγανισμένες κότες
και δεν εφεραν σε κείνον ούτε κόκκορα λειρί
δεν πειράζει, θα τ' αντέξω ωσάν άντρας με καρδιά
και θα πνίξω τον καημό μου ρίχνοντας μια κεφαλιά
εις του παρδαλού του γάτου που τον λένε Κουφοντίνα
το στομάχι πουχει ρέψει κι αυτουνού από την πείνα
μην τολμήσεις άθλιε άντρα και αισχρέ δακτυλογράφε
να μ' αφήσεις αλλη μέρα να πεινάσω μοναχός
γιατι αλλίως την πένα πάρε και διαθήκη κατσε γράφε
στην οποία και θα είμαι κληρονόμος γενικός.



Μετα πείνας μεγάλης
Δια τον απουσιάζοντα και πεινώντα Βρασίδα

Εγώ.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2007

H ΓΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΠΑΣ



Το λέω και το υπογράφω. Δε γουσταρω τις γάτες. Συγκατοικώ όμως με δύο, που δεν μπορείς να τις πείς ακριβώς γάτες. Η εικόνα και ο τίτλος είναι παραπλανητικά. Οι γάτες είναι τρόμπες έτσι κι αλλιώς. Ολοι το ξέρουνε. Τα ποντίκια rulezzzzz μιλάμε.
Σαν πολύ θάρρος πηρατε και παραγνωριστήκαμε. Γράψε κάτι σκλάβε.


Ο Βρασίδας είναι πολύ καλό κατοικίδιο. Βέβαια είναι ποντίκι, και αυτό δεν αρέσει καθόλου στη μάνα μου που κάθε φορά που τον βλέπει ουρλιάζει ότι θα κολλήσουμε τύφο, πανούκλα, έμπολα και άλλα διασκεδαστικά. Επίσης δεν αρέσει στον Ηλίθιο και στον Κουφοντίνα που τυγχάνουν γάτοι, και είναι φυσικό να μην τους αρέσουν τα ποντίκια όταν δεν είναι στο πιάτο τους…

Η ιστορία με τον Βρασίδα είναι ότι επιμένει να με ξυπνάει αυτός το πρωί. Έτσι λίγο πριν ξυπνήσω έχω από πάνω μου δύο γάτους, ένα ποντίκι και τη μάνα μου να ουρλιάζει σαν γυναίκα πολύ μετά τα πρόθυρα της νευρικής κρίσης. Είναι λογικό λοιπόν να μην είμαι ιδιαίτερα ευδιάθετος τα πρωινά που ξυπνάω…

Σήμερα το πρωί ο Βρασίδας δεν πρόλαβε τους γάτους. Είχαν φτάσει πρώτοι. Έτσι στις έξι παρά το πρωί ξεκίνησε μια ομηρική μάχη επάνω στα σκεπάσματά μου. Ναι μεν οι γάτοι είχαν καταλάβει μετά από απανωτές μάπες ότι δεν πρέπει να φάνε τον Βρασίδα, κανείς δεν τους είχε πει όμως ότι δεν μπορούν να του προξενήσουν ανήκεστο βλάβη αν μπλεκόταν στις υποθέσεις τους. Και θεωρούν πολύ μεγάλη υπόθεση να αφήνουν τα σάλια τους στα μούτρα μου κάθε πρωί. Ομοίως και ο Βρασίδας έχει την εντύπωση ότι απολάμβανα σε βαθμό κακουργήματος τα σκατά μέσα στα οποία τριγύρναγε όλο το βράδυ και επέμενε να μου μεταφέρει μερικά δισεκατομμύρια από αυτά μπροστά στη μύτη μου κάθε πρωί υπό τη μορφή μικροβίων και οσμών.

Η μάνα μου τη γλίτωσε. Ήταν διακοπές. Καλό πράγμα οι διακοπές, ιδίως όταν σε απαλλάσσουν από την υποχρέωση να αντιμετωπίσεις τον Βρασίδα τον Ηλίθιο και τον Κουφοντίνα στις πρωινές τους γλύκες.

Μετά απ’ όλα αυτά μπορείτε εύκολα να καταλάβετε την τύχη των τριών αθλίων πλασμάτων… Τους έβαλα φαΐ και τα κανάκεψα… Χαμογελώντας έφτιαξα ένα καφεδάκι. Όχι δεν είμαι ούτε μαζόχας ούτε μεγαλόψυχος ούτε τίποτα τέτοιο… Eίμαι σε εποχή αργίας.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ (Διαβαστε ρε κοπροσκυλα)


Για να ξεκινάμε και να μη λεμε αηδίες. Δε φταιω εγώ. Κατι διδυμούλες χαζοβιόλες ξανθές φταίνε. Αυτο ειναι εισαγωγικό σημείωμα του εκδοτου και το γράφω εκ μέρους του Βρασίδα του κάφρου που σας εύχεται ότι τον κάνει πιο ευτυχισμένο.
Γραθιας στις Ουρσουλα και Σβετλάνα που μου δώσανε την ιδέα να σας τινάξω τα μυαλά στον αέρα με αυτό το αηντία.
Kaι για να ξερετε με ποιον έχετε να κάνετε και να μην ακουω αηδίες αφιερώνω εξαιρετικά.

Στη θεία του κοπρίτη που μου γράφει τα κείμενα
Στο γιο του κοπρίτη, κάφρο και αυτόν και όχι σαν τον μαλθακό δακτυλογράφο μου
Σε μένα
Στον Βρασίδα
Και φυσικά στον εαυτό μου





Ξεκίνησα.
You're dead.